Η κτηνοτροφία, οι καλλιέργειες και τα επαγγελματικά στο χωριό

Κύρια ασχολία των κατοίκων η κτηνοτροφία. Το κρέας, το γάλα, το μαλλί και τα παράγωγά τους κάλυπταν βασικές ανάγκες διατροφής και ένδυσης. Το χωριό με τη μεγάλη του έκταση -συνορεύει με 9 χωριά- το βουνό και τα δάση του πρόσφερε ιδανικές συνθήκες εκτροφής ζώων. Υπήρχαν αρκετά χειμαδιά αλλά και ο γιδάρης του χωριού συγκέντρωνε από τους κατοίκους πολλά γιδοπρόβατα.

Συνολικά εκτρέφονταν 20.000 γιδοπρόβατα και 500 βόδια. Αχολογούσαν τα κουδούνια, καθώς ξεκινούσαν από τις στάνες για βοσκή το ξημέρωμα.

Καλλιεργούνταν επίσης όλα τα ξερικά χωράφια που βρίσκονταν στις περιοχές Ψίβδες, Τζουκαριές, Αϊ Γιάννη, Κυπαρίσσι, Παναγιά, Ράχες, Κατάρες, Αϊ Γιώργη, Σουγδουρή, Ζαμπούρτο, Αϊ Μηνά. Τη μία χρονιά έσπειραν σιτάρι και την άλλη ξερικό καλαμπόκι. Ζευγολάτες με τα βόδια τους αναλάμβαναν το όργωμα. Οι ιδιοκτήτες του χωραφιού έβγαζαν την υποχρέωση βοηθώντας τους σε κάποια άλλη γεωργική εργασία, μέσα στα πλαίσια της αντιπροσφοράς και την αλληλοβοήθειας. Στο χωράφι πήγαινα από το πρωί «για τον έργο». Καμιά φορά κοιμούνταν και στο ύπαιθρο, για να συντομεύουν τις δουλειές. Μετά το θέρο ακολουθούσε το αλώνισμα. Το σιτάρι, αφού πρώτα λιχνίζονταν καλά, αποθηκεύονταν στ΄ αμπάρια και μετά το πήγαιναν στο μύλο για άλεσμα. Από αυτό κυρίως έβγαινε το ψωμί της χρονιάς. 

Η πιο εύφορη περιοχή ήταν εκείνη του Κάμπου, που ποτίζονταν με φυσική κατάκλιση. Έσπειραν συνήθως καλαμπόκια, φασόλια και σκούπες. Διατηρούσαν επίσης ποστάνια με διάφορα ζαρζαβατικά. Στη διάρκεια του πολέμου έσπειραν και ρύζι στα Μπουρλασιά. Πολύ αργότερα έσπειραν τριφύλλι και φύτεψαν μερικοί μηλιές, ύστερα από σύσταση του γεωπόνου Ν. Αντωνίου.

Πολλά ήταν και τα αμπέλια. Ο τρύγος και το πάτημα των σταφυλιών αποτελούσε πανηγύρι. Τον περισσότερο μούστο τον έβαζαν στα βαρέλια για κρασί. Κρατούσαν όμως και λίγο για τη μουσταλευριά, το πετιμέζι και τα ζμπέκια.

Τα τσίπουρα δεν τα πετούσαν. Τα έκαναν ρακή, που χρησίμευε για εντριβές, για ποντς τις κρύες μέρες του χειμώνα, αλλά και ήταν κύριο ποτό στα καφενεία και στις γιορτές. Η απόσταξη γίνονταν σε ειδικά καζάνια και η όλη διαδικασία κρατούσε πολλά εικοσιτετράωρα συνέχεια. Τέτοιους λέβητες απόσταξης είχαν οι Βασίλης Κακαϊδής, η Αγγελική Μακοπούλου, ο Κ. Σιόγκας, ο Χρίστος Ασλάνης και ο Κώστας Μηλιώνης.

Άλλα οπωροφόρα δένδρα, όπως καρυδιές, αμυγδαλιές, κυδωνιές, ροδιές, ροδακινιές, κερασιές, συκιές, κ.α. κάλυπταν επίσης άλλες ανάγκες διατροφής. Αξιοσημείωτη και η παρουσία της ελιάς. Το ευλογημένο αυτό δένδρο ευδοκιμούσε στο χωριό, αν και έχει αρκετό υψόμετρο. Και τούτο επειδή το βουνό εμποδίζει τους βόρειους ανέμους και υπάρχουν καλές κλιματολογικές συνθήκες. Τις μεγάλες ελιές τις αλάτιζαν, τις λαδοελιές τις πατούσαν με τα πόδια, ύστερα από επίπονες προσπάθειες, σε σκαφώνες με ζεστά νερά και μάζευαν το λάδι που επέπλεε στο καρδάρι. Το λάδι αυτό είχε εξαίσια γεύση, ιδίως όταν τρώγονταν με ζεστό ζυμωτό ψωμί και αλάτι.

Όμως η πιο διασκεδαστική δουλειά ήταν ο «ξέφλος» του καλαμποκιού. Σχεδόν όλη η γειτονιά βοηθούσε την οικογένεια που είχε ξέφλο. Πήγαιναν από το απόγευμα και έπιαναν θέσεις πάνω στον πελώριο σωρό των κώνων του καλαμποκιού. Έβγαζαν όλα τα φύλλα του καρπού εκτός από 2-3, με τα οποία δένονταν στα σταλίκια. Έπειτα τα ανέβαζαν στις γρεντές της οροφής για να στεγνώσουν. Τα αραδιασμένα καλαμπόκια αποτελούσαν ένα πολύ γραφικό θέμα. Η εργασία του ξέφλου ήταν ολονύκτια και διαρκούσε αρκετές βραδιές, ανάλογα με τη σοδειά. Για να μη κοιμηθούν, η νοικοκυρά πρόσφερε καρύδια, συκομαϊδες, πασμάδες και τσίπουρο. Τραγουδούσαν, αστειεύονταν, έλεγαν αινίγματα, παραμύθια ή έπαιζαν την κολοκυθιά και άλλα ομαδικά παιγνίδια. Ασφαλώς εδώ παραδίδονταν πολλά στοιχεία του λαϊκού πολιτισμού στις νεότερες γενιές.

Αυτάρκεια είχε το χωριό και στα επαγγέλματα. Υπήρχαν βαρελάδες, καλαντζήδες, χτίστες, μαραγκοί, ζευγάδες, κουρείς, μοδίστρες, πρακτικές μαίες, τσαγκάρηδες, πλανόδιοι μανάβηδες, μυλωνάδες. Ιδιαίτερα θα σταθούμε στους φημισμένους ράφτες σεγκουνιών Βασίλη Μπέη και Σωτήρη Σιδέρη, καθώς και στον γνωστό στην περιοχή καλαθοποιό Τάσιο Τσιμπούρη.

Παρόλα αυτά υπήρχε ανοιχτό πεδίο δράσης και για επαγγελματίες άλλων χωριών. Συνήθως από την περιοχή της Θεσπρωτίας έρχονταν γανωτζήδες, σαμαράδες και λαδάδες με ασκιά λαδιού φορτωμένα στα μουλάρια τους. Βαρελάδες και χτίστες έρχονταν κυρίως από τα χωριά της Κόνιτσας. Αρκετά παλιά παραδοσιακά σπίτια στο χωριό έφτιαξε το συνεργείο του Κώστα Παπαζήση από τον Αμάραντο Κονίτσης. Τακτικός επισκέπτης και ο συμπαθής μανάβης  ο Βασίλης Λώλας ή Κουκλίτης, που έρχονταν σχεδόν πάντα στις 6 Αυγούστου με τα πεπόνια του.

Επίσης αναφέρεται ότι στα χρόνια της Τουρκοκρατίας έρχονταν για εργασία και Αρβανίτες, που χειρίζονταν το «μπλε», ένα ειδικό σκαπτικό εργαλείο.

Αλλά και οι αθίγγανοι είχαν δεσμούς με το χωριό. Έρχονταν να κάνουν «τράμπες» (αλλαγές) ζώων και να πουλήσουν κόσκινα και σίτες. Δεκατρείς από αυτούς βαφτίστηκαν χριστιανοί ομαδικά, το 1943, σε μια ξύλινη «μπούτενα» (βαρέλι) στον Άγιο Νικόλαο στο Τσιφλίκι. Κουμπάρος όλων ο Γεώργιος Δημάδης. Όλοι τους ανήκαν στις οικογένειες Γεωργίου Χαντζάρα και Χαλιγιάννη. Η Νούρη πήρε το όνομα Ελευθερία, ο Πετρέφης το όνομα Πέτρος και ο Μουράτης το όνομα Αθανάσιος. Στη συνέχεια στρώθηκε πλούσιο τραπέζι και στήθηκε τρικούβερτο γλέντι.

Όλοι αυτοί οι επαγγελματίες, που αναφέραμε, ικανοποιούσαν τις ανάγκες της αγροτικής κοινωνίας του χωριού. Τα υπόλοιπα αποικιακά και τεχνολογικά  προϊόντα προμηθεύονταν οι κάτοικοι από τα 4 μπακάλικα του χωριού (2 στο μεσοχώρι, 1 στις Προβατάτες και 1 στο Τσιφλίκι) ή πεζοπορούσαν ένα οχτάωρο περίπου για να πάνε στα Γιάννενα. Η επέκταση της συγκοινωνίας αργότερα και η πρόοδος τα τεχνολογίας ήταν φυσικό να αλλάξουν ριζικά πολλές από αυτές τα παραδοσιακές ασχολίες.