Το τυπικό του παραδοσιακού γάμου

Ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα της ζωής του ανθρώπου είναι, ο γάμος, η ένωση δυο νέων με σκοπό την αρμονική συμβίωση και την απαρχή της δημιουργίας νέας ζωής. Στο χωριό πλαισιώνονταν από όμορφα ποικίλα έθιμα, μέσα στα πλαίσια της κλειστής πατριαρχικής κοινωνίας, και έδινε σ’ όσους συμμετείχαν τη δυνατότητα για ξεφάντωμα και εκτόνωση.

Τα παλιά χρόνια δεν υπήρχαν μεγάλες ευκαιρίες για τη γνωριμία δυο νέων. Ο  νιός έβλεπε την κοπελιά σε κάποιο πανηγύρι ή στο χώρο δουλειάς. Καλημέρα δεν είχε ο ένας με τον άλλο. Αν η κοπελιά άρεσε στο νέο και την ήθελαν οι γονείς του, έστελνε το προξενιό. Συνήθως το ρόλο του προξενητή ή της προξενήτρας αναλάμβανε κάποιος στενός συγγενής του γαμπρού. Εφόσον και οι γονείς της νύφης δεν έφερναν αντίρρηση και συμφωνούσαν στα προικιά ορίζονταν η ημερομηνία των αρραβώνων και των γάμων. Η θέληση της νύφης στην προκειμένη περίπτωση ήταν σε δεύτερη μοίρα. 

Οι αρραβώνες γίνονταν στο σπίτι του γαμπρού,  με την απουσία της νύφης. Παραβρίσκονταν οι πολύ στενοί συγγενείς των δύο μερών. Ο παπάς, αφού εξακρίβωνε τους βαθμούς συγγένειας και έκρινε το νόμιμο του γάμου, διάβαζε τις σχετικές ευχές. Τη βέρα της νύφης την έπαιρνε η μάνα, της, για να τη φυλάξει μέχρι τη στέψη. Της τελετής των αρραβώνων προηγούνταν η σύνταξη του προικοσύμφωνου, που υπέγραφε ο παπάς και δυο κοντινού συγγενείς σαν μάρτυρες. Έχουν σωθεί αρκετά τέτοια προικοσύμφωνα και μας δίνουν ανάγλυφη την εικόνα της εποχής στο θέμα αυτό.

Οι ετοιμασίες για το γάμο ξεκινούσαν από την Πέμπτη το πρωί. Κοπέλες από το σόι της νύφης έπαιρναν τα φορτηγά ζώα και πήγαιναν στο λόγκο  για να κόψουν ξύλα, που ήταν απαραίτητα για τα μαγειρέματα. Στο γυρισμό τραγουδούσαν και έτρωγαν στο σπίτι της νύφης.

Την Πέμπτη το βράδυ 7 ή 9 ή 11 –πάντα μονός αριθμός- συγγενείς του γαμπρού πήγαιναν στο σπίτι της νύφης για «μπογιά». Έφερναν μαζί τους βαφή σε χρυσόσκονη, για να λούσει η νύφη τα μαλλιά της και να πάρουν το ξανθό χρώμα με χρυσαφί ανταύγειες. Η αγάπη του Έλληνα για το ξανθό χρώμα των μαλλιών είναι γνωστή από τα χρόνια του Ομήρου. Σαν έφταναν στην είσοδο του σπιτιού έρριχναν και τρείς μπαταριές με τις κουμπούρες τους, για να επισημοποιήσουν την παρουσία τους. Μετά το λούσιμο έτρωγαν και τραγουδούσαν με κέφι.

Την Παρασκευή συνήθως καλούσε η κάθε πλευρά το συγγενολόι της. Για καλέσματα χρησιμοποιούσαν καρύδια ή ζαχαρ’κά. Σε επίσημα πρόσωπα έστελναν πορτοκάλι ή κάποιο άλλο φρούτο της εποχής. Τον κουμπάρο καλούσε ο γαμπρός με μπουγάτσα. Έτσι λέγονταν ένα ειδικό καρβέλι ψωμιού ζυμωμένο με περίσσια τέχνη και στολισμένο στην επάνω πλευρά με περίτεχνα σχέδια. Η κουμπαριά τις περισσότερες φορές συνεχίζονταν κληρονομικά.

Ετοιμασία της γαμήλιας μπουγάτσας (2001)

Συνήθως το πρωί του Σαββάτου έπαιρναν το προικιό από το σπίτι της νύφης. Πήγαιναν σε κάθε φορτωμένο άλογο έβαζαν και ένα μικρό παιδί. Σαν έφταναν στο σπίτι του γαμπρού τους υποδέχονταν η μάνα του, που έδενε στο κυπρί κάθε ζώου ένα μαντήλι και έδινε στο εποχούμενο παιδί ένα γρόσι ή ένα τάληρο στα νεώτερα χρόνια. Στη συνέχεια ξεφόρτωναν τα ζώα και έφτιαχναν το «γοίκο». Έτσι ονομάζονταν η τελική τακτοποίηση των προικιών. Τοποθετούνταν τα προικιά με τη σειρά πάνω σε μια σκαλισμένη με σχέδια κασέλα. Ξεκινούσαν με τις βελέντζες και τα βαριά μάλλινα σκεπάσματα και συνέχιζαν με τα ελαφρύτερα και τα στρωσίδια. Στο επάνω μέρος τοποθετούνταν σε ωραίους σχηματισμούς τα μαξιλάρια, τις δαντέλες, τα κεντήματα και τα διακοσμητικά υφαντά. Το βράδυ του Σαββάτου συνηθίζονταν να γλεντάνε στο σπίτι του γαμπρού.

Η Κυριακή ήταν μια μέρα γεμάτη από εκδηλώσεις. Άρχιζαν από το πρωί στήνοντας το μπαϊράκι πάνω στη θημωνιά των ξύλων. Πριν την απελευθέρωση ήταν η τούρκικη σημαία, που στολίζονταν στο επάνω μέρος του κονταριού με ρόϊδια (σύμβολα πανσπερμίας), μήλα και κλαδιά ελιάς. Ωστόσο κανείς Τούρκος δεν προσκαλούνταν, ούτε πήγαινε από μόνος του σε γάμο χριστιανών, πράγμα που συντέλεσε και στη διαφύλαξη όλων αυτών των ελληνικών εθίμων. Μετά  την απελευθέρωση, όπως ήταν φυσικό, η τούρκικη σημαία αντικαταστάθηκε από την κυανόλευκη.

Από νωρίς το πρωί έφταναν και οι καλεσμένοι με τα δώρα τους. Ένα ποδάρι κρέας, μια νταμιζάνα κρασί, μια μπουγάτσα ή μια ευωδιαστή πίτα. Συμμετείχαν με τον τρόπο αυτό στα τεράστια έξοδα του γάμου, στον οποίο είχαν σχεδόν προσκληθεί όλοι οι χωριανοί. Σε λίγο άρχιζε και το μαγείρεμα. Τοποθετούνταν τα μεγαλα καζάνια πάνω στις πυροστιές και ετοιμάζονταν τα φαγητά. 

Το πρώτο πιάτο ήταν κρέας γιαχνί  και το δεύτερο κρέας με ρύζι ή πιο σπάνια κρέας με πατάτες στη γάστρα ή το φούρνο. Πραγματικά τα φαγητά του γάμου μοσχοβολούσαν, αν και ετοιμάζονταν σε μεγάλες ποσότητες. Η γεύση τους ήταν εξαιρετική. Ιδιαίτερα φημισμένες για την καλή  μαγειρική και τον ακριβή υπολογισμό των μερίδων ήταν η Βαγγέλαινα Αλεξίου και Πανάγιω Κακαϊδή (ή Μανακαλή). Όσοι δοκίμασαν τα φαγητά τους έμειναν με τις καλύτερες αναμνήσεις.

Όλη η ατμόσφαιρα ήταν χαρούμενη  και γιορταστική. Οι μάγειροι, οι βοηθοί τους και  οι βλάμηδες (αδελφοποιητοί) του γαμπρού φορούσαν τις ασπροκόκκινες καρό ποδιές. Αράδιαζαν τις τάβλες ή τους πάγκους για τη συνεστίαση, βοηθούσαν στις υπόλοιπες εργασίες και κερνούσαν τους καλεσμένους που έφταναν συνέχεια.

Με ιδιαίτερο τελετουργικό γίνονταν έπειτα το ξύρισμα του γαμπρού. Οι καλλίφωνοι με τη συνοδεία των οργανοπαικτών του τραγουδούσαν το τραγούδι που άρχιζε ως εξής: 

ξυρίζεται ο γαμπρός
με χρυσό ξυράφι
κι ασημένιο χτένι…

Ο  μπαρμπέρης έβαζε όλη την τέχνη του στο κούρεμα, τα ξύρισμα και το χτένισμα του γαμπρού. Οι τρίχες του μουστακιού καλύπτονταν από διάτρητο μουστακοδέτη, μαλάκωναν από τους υδρατμούς ζεστού νερού και στη συνέχεια πιάνονταν απο ειδικές λαβίδες και δίνονταν το τσιγγελωτό σχήμα.

Ακολουθούσε το ντύσιμο του γαμπρού. Φορούσε την πατροπαράδοτη φουστανέλα με χαϊμαλιά που κρέμονταν απο αλυσίδες σταυρωτά και γενικά με όλα τα  εξαρτήματα της στολής. Στο σελάχι η μάνα του έβαζε ψαλίδι και σκόρδο, αποτρεπτικά στο μάτιασμα. Στα κατοπινά χρόνια η φουστανέλα αντικαταστάθηκε από το κοστούμι.

Αλλά και στο σπίτι της νύφης από το πρωί της Κυριακής γίνονταν ανάλογες ετοιμασίες σε μαγειρέματα. Έρχονταν οι καλεσμένοι της, φιλεύονταν, έπιναν και έλεγαν τις σχετικές ευχές. Ιδιαίτερα όμως ενδιαφέρων ήταν ο στολισμός της νύφης. Εδώ οι φίλες της τραγουδούσαν το  εξής τραγούδι:

—Μήλο μου κατακόκκινο,
τι στέκεις μαραμένο.
—Χωρίζω τους γοναίους μου
και στέκω μαραμένο,
βαριά βαλαντωμένο.,.

Και το τραγούδι συνεχίζονταν. Στο αρχικά ερώτημά του, που επαναλαμβάνονταν,  έρχονταν η απάντηση για τον αποχωρισμό πρώτα των αδελφών, έπειτα των συγγενών και τέλος των φιλενάδων και των γειτόνων.

Πρώτα φορούσε το ολομέταξο υποκάμισο. Η φούστα και το γιλέκο ήταν βελούδινα -χρώματος μπλε- και χρυσοκέντητα. Και η ποδιά επίσης ήταν χρυσοκέντητη. Στη συνέχεια η νύφη έβαζε το σεγκούνι. Στις πρόσθιες άκρες του κρεμούσαν τα χρυσά κουμπιά στα ύψος του στήθους.

Τα μαλλιά άφηναν χωρίστρα στη μέση του κεφαλιού και κατέληγαν σε δυο μακριές «κόσες» (κοτσίδες). Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας πάνω από την κόμη έβαζαν ένα φέσι με χρυσό γύρο, που στένευε ψηλά. Στο πρόσθιο μέρος του συνήθως έρραβαν μια σειρά φλουριά. Ο αριθμός τους εξαρτιόνταν από την οικονομική τους δυνατότητα. Τέλος έδεναν τις κοτσίδες σταυρωτά πάνω από το φέσι, για να στερεώνεται καλύτερα με τον τρόπο αυτό. Μέχρι εδώ τελείωνε το πρώτο μέρος του στολισμού της νύφης. Τα υπόλοιπα στολίδια της τα έφερναν οι συγγενείς του γαμπρού, όπως θα δούμε παρακάτω.

Λίγο πριν το μεσημέρι ετοιμάζονταν οι συγγενείς και οι φίλοι του γαμπρού, για να πάρουν τον κουμπάρο από το σπίτι του. Ξεπροβοδούσαν το γαμπρό τραγουδώντας:

Κίνα μ’ δέντρι μ’ κίνα μ’
κίνα μ’ κυπαρίσσι μ’…

Σε όλη τη διάρκεια της διαδρομής οι οργανοπαίκτες έπαιζαν μελωδικά διάφορα δημοτικά τραγούδια και η πομπή προχωρούσε χορεύοντας. Στην είσοδο του σπιτιού τους περίμενε ο κουμπάρος, κρατώντας ένα πανέρι με τον δίσκο με τα στέφανα και τα κουφέτα. Ακολουθούσαν άλλοι με το αρνί και τη μπουγάτσα, που θα μοίραζε στην εκκλησία. Όλοι μαζί γλεντώντας επέστρεφαν στο σπίτι του γαμπρού για κοινό τραπέζι. Το απογευματάκι ξεκινούσαν όλοι, για να πάρουν τη νύφη. Προέπεμπαν το γαμπρό με το παρακάτω τραγούδι:

Όλη τούτ’ την εβδομάδα
του καλού γαμπρού η μάνα
όλο δρόμους καθαρίζει,
μήλα ρόιδα τους γεμίζει,
να περάσ’ γαμπρός και νύφη,
μπαϊράκι με το ψίκι
.

Στο ψίκι -έτσι λέγονταν η όλη πομπή- προηγούνταν ένας νέος, που κρατούσε το μπαϊράκι και που θα το επανέφερε μετά τη στέψη. Πάλι σε όλη τη διάρκεια της διαδρομής χόρευαν και τραγουδούσαν με τη συνοδεία δημοτικών οργάνων.

“Ψίκι” (2001)

Ενώ το ψίκι πλησίαζε, δυο «σκαριάτες» -φίλοι του γαμπρού- είχαν φτάσει, πιο πριν στο σπίτι της νύφης, καβάλα στ’ άλογά τους και πάνοπλοι σαν αστακοί. Τα κορίτσια που τους έβλεπαν τραγουδούσαν:

Σκαριάτες που διαβαίνετε,
σκαριάτες που περνάτε,
πού ’ναι το γοργό σας
και το γλήγορό σας
.

Αμέσως τότε έρριχναν μερικές μπαταριές, για να πάρουν κατά κάποιο τροπο τα συχαρίκια και να αναγγείλουν επίσημα την έλευση του γαμπρού, του κουμπάρου και της συνοδείας τους.

Όταν ο γαμπρός έμπαινε στην αυλή του σπιτιού οι φιλενάδες της νύφης τραγουδούσαν:

Ήλιος έλαμψε κι αϊτός εμπήκε
πέρδικ’ άρπαξε και πίσω γύρ’σε
.

Αγκαλιάζονταν και φιλιόνταν με τα πεθερικά του, που τον οδηγούσαν στο δωμάτιο υποδοχής. Εκεί υπήρχαν ζαχαρ’κά, και πλόσκες με τσίπουρο, για να πιει και να πει τις ευχές το συγγενολόι του. Για να τον γλυκάνουν του, έφτιαχναν αυγά τηγανιτά με ζάχαρη. Επίσης κάποιοι συγγενείς του φρόντιζαν, κατά το έθιμο, να κλέψουν μια κότα από το κοτέτσι.

Στο μεταξύ γυναίκες από το σόι του γαμπρού πήγαιναν τα δώρα του στη νύφη, που ήταν στο κατώι ή σε κάποιο άλλο δωμάτιο. Πρώτα φορούσε τις κάλτσες και τα λουστραρισμένα παπούτσια, που της τα έδινε ένα αγοράκι, για να κάνει εκείνη ένα αγόρι αργότερα. Έπειτα τοποθετούσαν στα μαλλιά, λίγο πιο πάνω  από το αυτί ένα ωραίο κόκκινο τριαντάφυλλο, καμωμένο απο χαρτί. Στη συνεχεία στερέωναν τα τέλια στα μαλλιά της. Τα τέλια ήταν μακρόστενες χρυσάφι κορδελίτσες, μήκους 60-70 πόντων. Τα προσάρμοζαν τεχνικά στα μαλλιά ολόγυρα, κρεμούσαν προς τα κάτω και έδιναν φωτεινές ανταύγειες στην παραμικρή κίνηση.

Τέλειωναν με το «μπούλωμα» της νύφης, την κάλυψη δηλαδή, όλου του προσώπου της. Για να γίνει αυτό στερέωναν από τα μαλλιά της κεφαλής της ενα τετράγωνο μεταξωτό μαντήλι, που το έβγαζε μόνο ο παπάς μετά την ανάγνωση του Ευαγγελίου, για να του φιλήσει το χέρι, και αφού  είχε προηγηθεί το σπουδαιότερο μέρος της στέψης.

Δεν ήταν λίγες οι φορές που άλλη νύφη έταζαν στο γαμπρό και άλλη του έδινα τελικά. Συνήθως τη μεγαλύτερη ανύπαντρη κόρη ή κάποια που δεν ήταν τόσο όμορφη. Μνημονεύεται ότι υπήρξαν τέτοιες περιπτώσεις στο χωριό. Το γεγονός αυτό ίσως να ήταν και μια μορφή απονομής κοινωνικής δικαιοσύνης. Όλοι οι άνθρωποι έπρεπε να δοκιμάσουν την ύψιστη χαρά της ζωής, το γάμο. Και σ’ αυτό συντελούσε οπωσδήποτε και ο γαμπρός άθελά του, με το δώρο του.

Μόλις τέλειωνε ο στολισμός της νύφης, πήγαινε στο δωμάτιο συνήθως ο πατέρας της ή ο αδελφός της, για να την οδηγήσουν στο γαμπρό. Την ώρα εκείνη οι κοπέλες τραγουδούσαν ένα από τα πιο συγκινητικά τραγούδια του γάμου:

αφήνω γεια πατέρα μου,
αφήνω γεια μανούλα,
αφήνω γεια αδερφάκια…

Δάκρυα κυλούσαν από τα μάτια της νύφης και των στενών της συγγενών. Χαράς και λύπης μαζί. Την έβγαζαν στην πόρτα. Εκεί έρχονταν ο γαμπρός με τους δικούς του και, η νύφη του φιλούσε το χέρι. Όλο το ψίκι γλεντώντας ξεκινούσε για την εκκλησία. Η νύφη και ο γαμπρός προχωρούσαν χωριστά, καβάλα στ’ άλογα.

Καθώς πλησίαζαν στην εκκλησιά λέγονταν το παρακάτω τραγούδι:

Εκκλησία μου κουκλωτή,
κουκλωτή καμαρωτή
αυτού που δέχεσαι κεριά,
δέξου και δυο νιόγαμπρα
.

Η τελετή της στέψης ξεκινάει με όλη τη θρησκευτική τάξη. Ένα κομμάτι ύφασμα καλύπτει τις πλάτες των δυο μελλονύμφων και του κουμπάρου. Μετά τη στέψη και το χορό του Ησαία, έρχεται η στιγμή της ανάγνωσης του Απόστολου. Οταν ο ψάλτης λέει τη φράση: «η δε γυνή ίνα φοβείται τον άντρα», ο γαμπρός πατάει τα πόδι της νύφης, σημάδι επιβολής. Μετά την ανάγνωση και του Ευαγγελίου, ο παπάς ξεμπουλώνει τη νύφη, όπως προείπαμε, που μέχρι εκείνη τη στιγμή «καμάρωνε» και είχε χαμηλωμένο το κεφάλι της. Αν έγινε καμιά ατασθαλία, είναι αργά για επανόρθωση·. Η «κουλούρα» έχει μπει. Ο γαμπρός ακολουθεί το πεπρωμένο του. Μπορεί η νύφη να μην είναι εξαιρετικά όμορφη, ίσως όμως να έχει αναπτυγμένη την ψυχική της καλοσύνη, που θα βοήθησει στην αρμονική συμβίωση και μια ευτυχισμένη ζωή.

Δεν προλαβαίνει να σκεφτεί περισσότερα, καθώς οι συγγενείς του σηκώνουν τον κουμπάρο φωνάζοντας:

– Τάξε νούνε τα παιδιά. 

– Πέντε γιους και μια μηλιά

απαντάει με βροντερή φωνή ο κουμπάρος και πετάει τα κουφέτα στο συγκεντρωμένο πλήθος, που ποδοπατείται, για να τα πιάσει. Αχολογάει η εκκλησιά, καθώς η διαδικασία αυτή γίνεται τρεις φορές. Δεν κατεβάζουν τον κουμπάρο, αν δεν τους τάξει άφθονο κρασί.

Οι νεόνυμφοι, οι  γονείς τους και ο κουμπάρος δέχονται ευτυχισμένοι τις ευχές των χωριανών. Ένα νέο σπιτικό ανοίγει.

Στη συνέχεια όλοι βγαίνουν στο προαύλιο της εκκλησίας και στήνεται ο χορός. Μοιράζεται στους καλεσμένους «μπουγάτσα» και πίνουν κρασί από τις πλόσκες, για να έρθουν σε κέφι. Πρώτα χορεύει ο κουμπάρος το τραγούδι:

Κουμπάρε που στεφάνωσες
τα δυο τα κυπαρίσσια,
να σ’ αξιώσει ο Θεός
να ‘ρθεις και στα βαφτίσια
.

Ακολουθεί ο γαμπρός και έπειτα η νύφη που ξεκινάει με το τραγούδι: 

Σήμερα άσπρος ουρανός,
σήμερα άσπρη μέρα,
σήμερα στεφανώνεται
αϊτός με περιστέρα
.

Oι στενοί συγγενείς των νεονύμφων συναγωνίζονται στο κέρασμα των οργανοπαικτών. Κολλούσαν στο μέτωπά τους χρυσές λίρες και άλλα νομίσματα. Το χωριό είχε να δείξει μεγάλη μουσική παράδοση ξεκινώντας από το Θόδωρο Ζαραβίνα και καταλήγοντας στις οικογένειες Χαλκιά και Βούκαλη. Ο χορός συνεχίζονταν με τους γονείς των νεόνυμφων και των στενών συγγενών.

Στη συνέχεια ξεκινούσαν για το σπίτι του γαμπρού. Η πεθερά υποδέχονταν τη νύφη στη σκάλα, τη βοηθούσε να ξεπεζεύει και της έδινε μέλι, για να γλυκαθεί. Στο θυροστόμι από πριν τοποθετούσε ένα μαξιλάρι. Πάνω σ’ αυτό ήταν ένας μαστραπάς με νερό, μια μασιά (σιδερικό) και μια κουλούρα. Η νύφη έπρεπε να πετάξει την κουλούρα πάνω από το σπίτι, να χύσει το νερό και να δρασκελίσει τα υπόλοιπα, καθώς ο γαμπρός την τραβούσε προς τα μέσα.

Έπειτα στρώνονταν τα τραπέζια, έτρωγαν, έπιναν και χόρευαν όλοι μαζί.

Η νύφη όμως έτρωγε χωριστά από το γαμπρό. Συγγενείς της, οι «φυλαχτάδες», τη φρουρούσαν από το γαμπρό. Παρέμειναν ξάγρυπνοι μέχρι τα ξημερώματα, ενώ το γλέντι  συνεχίζονταν αδιάπτωτο. Αν τους έπαιρνε ο ύπνος οι συγγενείς του γαμπρού τους έρραβαν με κλωστή και οπωσδήποτε έκπληξή τους ήταν μεγάλη, όταν ξυπνούσαν.

Το πρωί της Δευτέρας  γίνονταν τηγανίτες, για να φάνε οι φυλαχτάδες. Τις απαιτούσαν τραγουδιστά:

Τηγανίτες με το μέλι,
ας είναι δε μας μέλει,
τηγανίτες με το λάδι
ας είναι δε μας βλάβει
.

Όταν τις έτρωγαν η αποστολή τους τέλειωνε και έφευγαν. Τότε έβρισκαν την ευκαιρία οι συγγενείς του γαμπρού να τους κατευοδώσουν με ένα σκωπτικό τραγούδι, χτυπώντας ταυτόχρονα και τον τενεκέ:

Φυλαχτάδες κουρσευτάδες,
σας επήραμε τη νύφη,
σας εκλείσαμε το σπίτι,
σας επήραμε την κότα,
σας εκλείσαμε την πόρτα

Έπειτα η νύφη έπαιρνε το γκιούμι, για να πάρει νερό από την πλησιέστερη βρύση. Επέστρεφε χύνοντας λίγο-λίγο στο δρόμο, για να πάει το βιός στο νέο σπιτικό. Όποιον συναντούσε στο δρόμο του φιλούσε το χέρι. Στην πόρτα του σπιτιού την περίμενε ο γαμπρός και του έρριχνε το υπόλοιπο νερό, για να πλυθεί. Από τη στιγμή αυτή ξεκινούσε ουσιαστικά η ζωή του νέου ζευγαριού. Η νύφη προσφωνούσε τον πεθερό «αφέντη» και την πεθερά «κυρά». Εκείνοι με τη σειρά τους την αποκαλούσαν «θυγατέρα», που σήμαινε ότι είχε γίνει πια μέλος της οικογένειας, ενός θεσμού που οι ηπειρώτες στήριξαν παραδοσιακά. Σε λίγο οι νεόνυμφοι ξεκινούσαν για ξύλα, για εργασίες γεωργικές στον Κάμπο και αλλού. Μαζί αντιμετώπιζαν όλες τις δυσκολίες και τις χαρές της ζωής.

Συνήθως μετά δυο μέρες γίνονταν τα «πιστρόφια». Τα νιόπαντρα, πήγαιναν στο πατρικό της νύφης για τραπέζι. Σε άλλες μέρες τους δέχονταν ο κουμπάρος και άλλοι συγγενείς και φίλοι. Ήταν η απαρχή για την ομαλή ένταξη του ζευγαριού στην κοινωνία του χωριού. Κάθε εκδήλωση του ανθρώπου ήταν μελετημένη, προϊόν μεγάλης πείρας και διανθισμένη από ποικίλα όμορφα έθιμα.

Όλα τα παραπάνω έθιμα του γάμου προέρχονται από αφηγήσεις των κατοίκων και ιδιαίτερα από την ηλικίας 90 ετών γερόντισσα Μαρία Βέλλη.